×
Αρχική Photography Βιβλία Σεμινάρια Κείμενα & Videos Bio & Resume Επικοινωνία

☰ Menu

Το διαφορετικό παιδί της οικογένειας

 

​ Είναι γεγονός ότι σήμερα τη φωτογραφία την αντιλαμβανόμαστε όλοι ως τέχνη. Είναι γενικώς αποδεκτή ως τέχνη, κι ακόμη περισσότερο ως καλλιτεχνικό μέσο. Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Η φωτογραφία, από γενέσεως της, έπρεπε να αγωνιστεί και να αποδείξει την καλλιτεχνική της φύση για να μπορέσει να γίνει αποδεκτή ως γνήσιο μέλος της οικογένειας των Τεχνών.
Οι άνθρωποι που άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτό το νέο μέσο δημιουργίας εικόνων, θέλησαν να το «επιβάλλουν» ως καλλιτεχνικό μέσο. Να το εντάξουν στον χώρο των Καλών Τεχνών. Όμως, χωρίς να έχουν εντοπίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακόμη, κι ενώ δεν είχαν άλλες προσλαμβάνουσες σχετικά με τη δημιουργία εικόνων, παρά μόνο από τη ζωγραφική. Όλες οι εικόνες τέχνης, που γνώριζαν οι άνθρωποι μέχρι τότε προέρχονταν από τη ζωγραφική. Κι έτσι από νωρίς, η φωτογραφία και η ζωγραφική θεωρήθηκαν αδελφές, με την νεότερη να ανταγωνίζεται την μεγαλύτερη. Να δανείζεται τα ρούχα και τα στολίδια της, με σκοπό να της μοιάσει. Να γίνει κι αυτή το ίδιο όμορφη και αποδεκτή. Είναι εκπληκτικό, αν σκεφτεί κανείς την ιστορία της, το πόσο σπάνια η φωτογραφία ήταν σε θέση να είναι ο εαυτός της. Ακόμη και τα πρώτα της ονόματα ήταν «νταγκεροτυπία» και «καλοτυπία».
Όμως, αυτό που ξέρουμε σήμερα και οφείλουμε πλέον να αντιληφθούμε και να παραδεχτούμε, είναι πως οι δυο αδελφές, όχι μόνο δεν μοιάζουν καθόλου, αλλά πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά καλλιτεχνικά μέσα. Δυο μέσα που δεν έχουν τίποτα κοινό, παρά μόνον ίσως την περιστασιακή παρουσία του τελικού, συνήθως παραλληλόγραμμου, έργου στον τοίχο. Αν σκεφτεί κανείς τη δημιουργική διαδικασία των δυο μέσων μπορεί εύκολα να διαπιστώσει πως είναι εντελώς αντίθετες. Αρκεί μια ματιά στους πίνακες και τις φωτογραφίες του Edgar Degas, για να αντιληφθούμε πως ο μεγάλος δημιουργός είχε ήδη κατανοήσει τις διαφορές στη φύση των δυο μέσων.
Η βασικότερη, ίσως, διαφορά τους είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί το κάθε μέσο. Η γλώσσα της ζωγραφικής είναι αυτοαναφορική, κυριολεκτικά. Από τη φύση της, η ζωγραφική αναφέρεται στον εαυτό της, μεταφράζει τον κόσμο στη γλώσσα της. Έτσι, ένας ζωγράφος που ζωγραφίζει ένα τοπίο μπορεί να επιλέξει να μην ζωγραφίσει κάποια στοιχεία της πραγματικότητας (δένδρα π.χ.), ή να επιλέξει να τα «τοποθετήσει» στον καμβά του σε σημείο διαφορετικό από αυτό που βρίσκονται στην πραγματικότητα, διότι πιθανόν έτσι να δημιουργείται μια πιο ενδιαφέρουσα σύνθεση. Επίσης, ένας ζωγράφος μπορεί να σβήσει ή να κάνει όποιες διορθώσεις θέλει στο έργο του, ενώ δεν είναι καθόλου υποχρεωμένος να παραμείνει πιστός στη χρωματική παλέτα της σκηνής. Μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χρώματα της δικής του παλέτας.
Ένας φωτογράφος δεν μπορεί να κάνει τίποτα από αυτά, πατώντας το κουμπί του κλείστρου. Σηκώνοντας τη μηχανή στο μάτι του, καλείται να αντιμετωπίσει τα πράγματα ως έχουν. Η γλώσσα της φωτογραφίας είναι η γλώσσα των γεγονότων. Και δεν εννοώ αυτά των ειδήσεων ή κάτι δραματικό, αλλά οτιδήποτε απλώς συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Από τη φύση της η φωτογραφία αναφέρεται στην πραγματικότητα, και όχι στον εαυτό της. Είναι εντελώς αντίθετη από τη ζωγραφική. Συνήθως, λέμε πως «τραβήξαμε» ή «βγάλαμε» ή ακόμη, πως «πήραμε» μια φωτογραφία. Αυτές τι λέξεις χρησιμοποιούμε. Κι όχι μόνο εμείς. Οι αγγλοσάξονες λένε “take a picture”. Από πού την «τραβήξαμε», την «βγάλαμε», την «πήραμε»; Προφανώς, από την πραγματικότητα. Αν σκεφτείτε την ορολογία και τις λέξεις, που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για τη φωτογραφία, θα αντιληφθείτε πως πρόκειται για οπτική τέχνη, και όχι εικαστική. Το σημαντικό εδώ, και κάτι που συχνά αγνοείται, είναι ότι η φωτογραφία είναι το μόνο οπτικό μέσο που έχει έμφυτη σχέση με την πραγματικότητα. Μια πρώτη συνειδητοποίηση που επέφερε η φωτογραφία στους ζωγράφους ήταν ότι δεν υπήρξε ποτέ καμμία έμφυτη σχέση μεταξύ ζωγραφικής και πραγματικότητας. Η ζωγραφική μπορεί να μην είναι πιστή στην πραγματικότητα. Η φωτογραφία δεν μπορεί. Γι αυτό και ένα ζωγραφικό τοπίο το αντιλαμβανόμαστε ως πίνακα και όχι ως πραγματικό τοπίο.
Για να το θέσω αλλιώς: για να γίνει μια φωτογραφία, πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο εκτός από τον φωτογράφο και τα μέσα του (φως, φιλμ/αισθητήρα και κάμερα). Πρέπει να υπάρχει και κάτι στην πραγματικότητα. Για να γίνει ένας πίνακας αρκεί ο ζωγράφος και τα μέσα του.
Αυτό μας φέρνει σε μια ακόμη θεμελιώδη διάκριση, που ανατρέπει την παραδοχή της πρώτης παραγράφου αυτού το άρθρου. Η φωτογραφία … δεν είναι … τέχνη. Είναι κάτι εντελώς νέο στην ανθρώπινη εμπειρία, κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κάνουν πριν έναν αιώνα, περίπου. Όπως οι αεροπορικές πτήσεις. Το βασικό κίνητρο ενός φωτογράφου είναι διαμετρικά αντίθετο από το βασικό κίνητρο ενός καλλιτέχνη, ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού μέσου. Ο καλλιτέχνης προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι (ακόμα κι αν πρόκειται απλώς για μια έννοια ή ιδέα) που δεν υπήρχε ποτέ πριν. Ο φωτογράφος προσπαθεί να διατηρήσει κάτι που στην πραγματικότητα θα σταματήσει να υπάρχει, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, την ακριβώς επόμενη στιγμή ή ώρα ή μέρα.
Επίσης, η φωτογραφία έχει βαθιά σχέση με την αλλαγή, αλλά με αρκετά συντηρητικό τρόπο. Θέλει να σταματήσει την αλλαγή και ταυτόχρονα να διεκδικήσει την αθανασία της στιγμής, την πιστότητα του συμβάντος ή του πορτραίτου. Γι αυτό, πολλές φορές, όταν βλέπουμε ένα φωτογραφικό πορτραίτο έχουμε τη αίσθηση πως μας κοιτά κάποιος από το παρελθόν. Ένας άνθρωπος, ο οποίος υπήρξε κάποτε. Και το λέμε με βεβαιότητα κοιτώντας μια φωτογραφία. Μια βεβαιότητα και μια αίσθηση, που δεν έχουμε κοιτώντας ένα ζωγραφικό πορτραίτο. Το πορτραίτο του Francis Bacon από τον Bill Brandt εξακολουθεί να είναι μια φωτογραφία του Bacon τραβηγμένη από τον Brandt, ενώ το πορτραίτο του βασιλιά Φίλιππου 4ου της Ισπανίας είναι πλέον ένας Velazquez. Αυτή η διαπίστωση φέρνει στην επιφάνεια κι άλλη μια σημαντική διαφορά. Το προϊόν του φωτογραφικού μέσου είναι μέσον και το ίδιο. Όταν κανείς βλέπει έναν πίνακα, σταματά εκεί. Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το ζωγραφικό έργο παρά μόνον ο καλλιτέχνης. Βλέποντας μια φωτογραφία, πηγαίνουμε πέρα από τη φωτογραφία, σ' αυτό που φωτογραφήθηκε καθώς και πώς φωτογραφήθηκε ή ποιος φωτογράφησε.
Όμως, σήμερα μοιάζει σαν η ζωγραφική να έχει επιβάλει τη γλώσσα της στη φωτογραφία. Πιθανόν να είναι γνωστό το κλισέ από την ιστορία της τέχνης: η εφεύρεση της φωτογραφίας απελευθέρωσε τη ζωγραφική από την ανάγκη της να απεικονίσει την πραγματικότητα - με τον τρόπο που υπαγόρευε η Γαλλική Ακαδημία - και της επέτρεψε να εξερευνήσει ελεύθερα τη φύση του μέσου. Η υπόθεση όποιου πρωτοείπε αυτό το κλισέ ήταν φυσικά ότι η φωτογραφία πρέπει να απεικονίζει την πραγματικότητα. Εν πρώτοις, συμφωνώ με την παραδοχή του. Όμως, μια απλή ματιά στην ιστορία της φωτογραφίας δείχνει ότι κάτι τέτοιο σπανίως απασχόλησε ή συνέβη. Κι ενώ η ζωγραφική όντως απελευθερώθηκε από τις αυστηρές γραμμές της Ακαδημίας σε ότι είχε να κάνει με ρεαλισμό, σύνθεση και διάθεση, η φωτογραφία υποδουλώθηκε. Ο συναισθηματισμός και ο εντυπωσιασμός είναι ακόμα μαζί μας στη φωτογραφία, ακόμη κι αν πρόκειται για ένα πιο μοντέρνο συναίσθημα προς τους άστεγους ή τους πρόσφυγες, ή ακόμη σε διατυπώσεις όπως «εκφράζομαι» ή «έτσι νιώθω» από τον ίδιο τον φωτογράφο ενδυόμενο τον καλλιτεχνικό μανδύα, έως τις περίτεχνες πόζες χάριν της φωτογραφικής μηχανής ή της πιθανής προβολής. Τότε θα συνειδητοποιήσετε ότι απλώς κοιτάζετε ζωγραφικές εικόνες, σε στυλ Γαλλικής Ακαδημίας, φτιαγμένες με φωτογραφικές μηχανές. Μοιάζει σαν ένα βραχυκύκλωμα να έχει διακόψει τον διάλογο με την πραγματικότητα, υπέρ ενός μονολόγου ανάμεσα σε καθρέφτες. Σήμερα, αντί να προσπαθεί να εισάγει νέους ρυθμούς υποστηρίζοντας την ίδια της τη φύση, η φωτογραφία έχει εισέλθει στον άκαμπτο χώρο όπου αναπαράγει τον εαυτό της και μάλιστα μόνο μορφολογικά.
Όμως, πέρα από τις όποιες συγκρίσεις ή εξηγήσεις, πέρα από θεωρητικές αναλύσεις και κριτικές, η φωτογραφία είναι, νομίζω, μια καταπληκτική οπτική γλώσσα για την κατανόηση του κόσμου και την ενθάρρυνση της επιθυμίας για επαφή, που νιώθει ο καθένας μας. Ας την αποδεχτούμε κι ας της επιτρέψουμε την ιδιαιτερότητά της, ώστε να αποκτήσει την αέρινη και άυλη φύση της και πάλι.

 

Παναγιώτης Κασιμης

 

(δημοσιεύτηκε στο μονοθεματικό τεύχος Νο 18 του περιοδικού ΦΩΤΟγράφος - Φεβρ. 2019)

 

ΠροηγούμενοΕπόμενο