×
Αρχική Photography Βιβλία Σεμινάρια Κείμενα & Videos Bio & Resume Επικοινωνία

☰ Menu

Οπτική εκτίμηση και φωτογραφική κριτική

 

«Ταιριάξτε την δράση στο λόγο και τον λόγο στη δράση, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή να μην παραμελείτε την φυσικότητα.
Οτιδήποτε υπερβολικό είναι μακριά από το σκοπό του παιξίματος, που επιδίωξή του, πάντοτε και τώρα, είναι να καθρεφτίζει την φύση όπως είναι.»
William Shakespeare - Hamlet

 

​ Η Φωτογραφία, από τεχνική άποψη, ήταν πάντα ένα εύκολο μέσο. Σήμερα, στην ψηφιακή εποχή, έφτασε να είναι ένα εργαλείο τόσο συνηθισμένο, προσιτό και εύκολο στη χρήση, σε σημείο που ο καθένας να μπορεί να φωτογραφίσει ακόμη κι αν δεν ενδιαφέρεται για τη Φωτογραφία.
Όμως, όσο εύκολο είναι να κάνει κανείς μια φωτογραφία, τόσο φαίνεται να δυσκολεύεται να την κρίνει. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που συχνά αντιμετωπίζει ο νέος φωτογράφος. Πότε έχει μια καλή φωτογραφία; Και πιο συγκεκριμένα, με ποιον τρόπο μπορεί να κρίνει και να αξιολογήσει την ίδια του τη δουλεία. Ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου όλα φωτογραφίζονται και όλοι φωτογραφίζουν, κι οι γνώμες εκφράζονται μέσω του like ή του γούστου.
Μερικές φορές η ερώτηση απαντάται εύκολα, εντάσσοντας κανείς τη φωτογραφία του σε ένα από τα λεγόμενα φωτογραφικά "είδη" ή "σχολές". Έτσι, δηλώνοντας πως κάνει π.χ. φωτογραφία δρόμου, καλλιτεχνική, σουρεαλιστική, πειραματική ή εννοιολογική φωτογραφία, υποβάλλει στον θεατή - αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό μερικές φορές - το πώς πρέπει να ειδωθεί και να αξιολογηθεί η φωτογραφία του. Ή, άλλοτε, ακολουθώντας και εκτελώντας τις οδηγίες ενός θεωρητικού κειμένου, από τα πολλά που έχουν γραφτεί σχετικά, φτάνει να κατασκευάζει εικόνες που, σαν αυτοεκπληρούμενες προφητείες, δικαιολογούνται ως καλές από τα συγκεκριμένα κείμενα, ενίοτε κι από τους συγγραφείς τους. Τέτοιες, και παρόμοιες προσεγγίσεις, συνήθως οδηγούν, αν όχι σε λάθος, τουλάχιστον σε πολύ περιοριστικά φωτογραφικά μονοπάτια. Ο λόγος είναι πως βασίζονται περισσότερο στις φυσικές και ανθρώπινες ανάγκες της επιβεβαίωσης, της αποδοχής και του ανήκειν, ή σε χαρακτηριστικά και γενικολογικές κριτικές προσεγγίσεις περί τέχνης, αλλά όχι στα καθαρά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Φωτογραφίας.
Στη διάρκεια της φωτογραφικής ιστορίας, οι κατηγοριοποιήσεις χάριν διευκόλυνσης δεν αποτελούν κάτι νέο. Σε μια από τις πρώτες εκδόσεις του βιβλίου του "The History of Photography", ο Beaumont Newhall (1908-1993), ένας από τους πρώτους διευθυντές του φωτογραφικού τμήματος του MoMA, κατατάσσει τη Φωτογραφία σε τέσσερεις κατηγορίες: το ντοκουμέντο, την καθαρή φωτογραφία, την φορμαλιστική φωτογραφία και το ισοδύναμο (όρο που δανείζεται από τον A. Stieglitz).
Ως "ντοκουμέντο", ο Newhall χαρακτηρίζει τη φωτογραφία που δείχνει κάτι στον κόσμο λέγοντας: "Αυτό που περιέχω, αυτό που σας δείχνω, αξίζει την προσοχή σας". Ως "καθαρή φωτογραφία", χαρακτηρίζεται τo ενσυνείδητο έργο τέχνης, όπου ο ίδιος ο φωτογράφος, λέει: "Δείτε αυτό το κομμάτι χαρτί με μια εικόνα πάνω του. Αυτό αξίζει την προσοχή σας". Η "φορμαλιστική φωτογραφία" διερευνά τις δομικές ποιότητες ή την τυπική εμφάνιση μιας εικόνας ή/και του ίδιου του μέσου, ενώ το "ισοδύναμο" αντιπροσωπεύει ή δημιουργεί μια διανοητική ή συναισθηματική κατάσταση.
Η συνηθέστερη μέθοδος κριτικής της φωτογραφίας φαίνεται να είναι η γνωστή τριαδική προσέγγιση: θέμα-φόρμα-περιεχόμενο. Μοιάζει να είναι η "πληρέστερη" και "σαφέστερη", ιδιαίτερα για κάποιον που κάνει τα πρώτα του βήματα στη φωτογραφία. Σε πιο προχωρημένο επίπεδο, όμως, αυτή η μέθοδος μοιάζει ανεπαρκής ή και απλοϊκή. Κι αυτό γιατί, συνήθως, το πρώτο στοιχείο (θέμα) εξηγείται ως το "εικονιζόμενο κομμάτι της πραγματικότητας" και μόνο, το δεύτερο (φόρμα) ως "ο τρόπος που μπαίνουν τα πράγματα στο κάδρο" και μόνο, ενώ το τρίτο (περιεχόμενο) παραμένει ασαφώς εξηγήσιμο, σε ένα νεφελώδες τοπίο, προσφέροντας έδαφος σε αοριστολογίες όπως "εσωτερικότητα" και "πνευματικότητα" να χρησιμοποιούνται, θετικά ή αρνητικά, ως κριτική αξιολόγηση. Ένας ακόμη λόγος που θεωρώ αυτή την προσέγγιση ελλιπή είναι το γεγονός πως, ανατέμνει στα εξ ων συνετέθη το έργο, που ένας δημιουργός παρουσιάζει ως σύνολο, με στόχο την επεξήγηση και τη διανοητική κατανόηση.
Το θέμα της αξιολόγησης της φωτογραφίας είναι αρκετά μεγάλο για να μπορέσει να αναλυθεί και να επεξηγηθεί στον περιορισμένο χώρο ενός άρθρου. Θα προτιμούσα να παρουσιάσω εδώ μια προβληματική κι έναν τρόπο προσέγγισης, καθώς δεν θα ήθελα ο αναγνώστης να το εκλάβει ως μια μορφή οδηγιών. Για τον ίδιο λόγο, το άρθρο δεν συνοδεύεται από φωτογραφίες, που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως παραδείγματα "καλών" φωτογραφιών.
Τα χρόνια που διδάσκω, αξιολογώντας φωτογραφίες και προσπαθώντας να βοηθήσω, με έχουν πείσει πως μια από τις καλύτερες μεθόδους για να εκτιμήσει κανείς μια εικόνα είναι να παρατηρήσει, να σκεφτεί και να μιλήσει γι αυτήν, αφού έχει πρώτα αντιληφθεί τη φύση και τις ιδιαιτερότητες της Φωτογραφίας, αλλά και της φωτογραφικής διαδικασίας.
Η Φωτογραφία είναι οπτική τέχνη, και ως τέτοια χρησιμοποιεί τα οπτικά στοιχεία και τον μεταξύ τους κενό χώρο με στόχο τη δημιουργία μιας μορφής. Επίσης, είναι αναλυτική κι όχι συνθετική τέχνη. Αυτό μας φέρνει σε μια θεμελιώδη διάκριση. Η φωτογραφία δεν έχει κανένα κοινό με οτιδήποτε έχουμε μάθει να θεωρούμε ως τέχνη. Είναι κάτι εντελώς νέο στην ανθρώπινη εμπειρία, κάτι που οι άνθρωποι δεν είχαν την ικανότητα να κάνουν μέχρι και πριν ενάμιση αιώνα, περίπου. Όπως οι αεροπορικές πτήσεις ή το internet. Είναι, λοιπόν, άτοπο να συγκρίνει κανείς τη φωτογραφία με τις άλλες τέχνες, όπως άτοπο είναι και το να συγκρίνει το αεροπλάνο με το αυτοκίνητο ή τη χειρόγραφη επιστολή με το email. To βασικό κίνητρο ενός φωτογράφου είναι διαμετρικά αντίθετο από αυτό οποιουδήποτε καλλιτέχνη, ανεξάρτητα από το μέσο του. Ένας καλλιτέχνης προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι (έστω κι αν αυτό είναι μόνο μια ιδέα), που δεν υπήρχε ποτέ πριν. Ο φωτογράφος προσπαθεί να διατηρήσει, με τον φακό του και ειδικότερα με το κάδρο και την ταχύτητα κλείστρου (χρόνος), κάτι που υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά θα σταματήσει να υπάρχει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, την αμέσως επόμενη στιγμή. Αλλά και το ίδιο το προϊόν του φωτογραφικού μέσου, η τυπωμένη φωτογραφία, είναι κι αυτό το ίδιο, ένα μέσο. Όταν βλέπει κανείς π.χ. μια ζωγραφική εικόνα, σταματά εκεί. Δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τη ζωγραφική εικόνα, παρά μόνο ο καλλιτέχνης. Βλέποντας όμως, μια φωτογραφία πηγαίνει, πέρα από τη φωτογραφία, σ' αυτό που φωτογραφήθηκε καθώς και στο πώς φωτογραφήθηκε ή ποιος φωτογράφησε.
Η φωτογραφική μηχανή μπορεί να καταγράψει οτιδήποτε βρεθεί μπροστά της, οπότε ο φωτογράφος θα πρέπει να προχωρήσει πέρα από την απλή καταγραφή του τι είδε, και το κυνήγι της "καλής" φωτογραφίας, στο να έχει μια αυθεντική φωνή. Κι αυτό δεν διδάσκεται.
Το ζητούμενο, πιστεύω, μέσα από τις αρμονίες, τις άκρες του κάδρου και όλα τα εργαλεία που έχουμε στην διάθεσή μας, είναι να μετατρέψουμε μια βαρετή δισδιάστατη εικόνα σε κάτι που ο θεατής να εισέρχεται και να μη θέλει να εγκαταλείψει. Και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε, όταν ο θεατής εισέλθει στο σύμπαν της φωτογραφίας, να νιώθει και να αντιλαμβάνεται πώς ήταν να βρίσκεται κανείς σ' αυτόν το χώρο και σ' αυτόν το χρόνο, ακριβώς εκεί και τότε. Μια βασική επιδίωξη του φωτογράφου είναι να μεταδώσει κάτι από την ετερότητα του θέματος, αλλά και τη δική του, ώστε ο θεατής να δημιουργήσει (αν μπορέσει) τα δικά του συναισθήματα όταν κοιτάζει τη φωτογραφία, χωρίς να του υποβάλλονται ή επιβάλλονται, αυτά του φωτογράφου ή το μελοδραματικό του θέματος.
Ως φωτογράφοι, θεωρώ πως είναι σημαντικό να παραμένουμε ανοιχτοί στην πραγματικότητα, ώστε να αντιλαμβανόμαστε το νόημά της μέσω της μορφής της. Ένα μέρος της δουλειάς ενός φωτογράφου είναι να ανακαλύψει τις μορφές και τις έννοιες της πραγματικότητας. Η εκτύπωση δεν είναι το τέλος, καθώς στόχος της φωτογραφίας είναι η ανταλλαγή αντιλήψεων, κι ακόμη περισσότερο, ο διάλογος μεταξύ της πραγματικότητας του φωτογράφου και αυτής του θεατή. Αρκεί το αποτέλεσμα να μπορεί να συγκινήσει αντί να εντυπωσιάσει, επιδεικνύοντας τις "μαγικές" ικανότητες του φωτογράφου.

 

Παναγιώτης Κασιμης

 

(δημοσιεύτηκε στο μονοθεματικό τεύχος Νο 15 του περιοδικού ΦΩΤΟγράφος - Φεβρ. 2018)

 

ΠροηγούμενοΕπόμενο