Παναγιώτης Κασίμης

Photographer's portfolio

Ύφος και Προσωπικά Βιώματα

(Δημοσιευτηκε στο μονοθεματικό τεύχος Νο12 του περιοδικού ΦΩΤΟγράφος - Φεβρουάριος 2017)

 

«Φοβάμαι αυτά τα μεγάλα λόγια, που μας κάνουν τόσο δυστυχισμένους», λέει ο Στήβεν Ντένταλους, νωρίς στον Οδυσσέα του Τζ. Τζόυς. Ο κος Ντήζυ, ο αυτάρεσκος προϊστάμενος του, μόλις έχει χρησιμοποιήσει τις λέξεις γενναιόδωρος και ακριβοδίκαιος, στην ίδια πρόταση, και ο Στήβεν αναφέρεται, προφανώς, στις σπουδαίες έννοιες που μας κάνουν να νιώθουμε άβολα.
Λόγω τις ιδιαιτερότητας του μέσου, αλλά και των υλικών και των εργαλείων, οι φωτογράφοι έχουμε την τάση να χρησιμοποιούμε (κάποτε σε υπερβολικό βαθμό, και με αρκετή υπεροψία) μεγάλες λέξεις, όπως: αλήθεια, ζωή, τέχνη, συχνά χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να εξηγήσουμε τι εννοούμε.
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα που, ή αντιμετωπίζει ή καλείται να απαντήσει ένας φωτογράφος είναι: Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη φωτογραφία του και τα προσωπικά του βιώματα, και αντίστροφα.
Θεωρητικά, η απάντηση είναι προφανής, και όπως όλες οι απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα της ζωής, σύντομη και περιεκτική: Η ζωή, τα προσωπικά βιώματα του καλλιτέχνη θα πρέπει να έχουν άμεση σχέση, να συνδέονται με το έργο του. Όμως, στην πράξη μου φαίνεται πως, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα προσωπικά βιώματα και το έργο έχουν ελάχιστη έως καμία σχέση μεταξύ τους. Και πραγματικά νομίζω πως αυτό είναι το κύριο πρόβλημα στο μέσο, και στην καλλιτεχνική φωτογραφία σήμερα.
Όλες οι φαινομενικά απλές απαντήσεις σε πολύπλοκα θέματα συνήθως εγείρουν περισσότερες ερωτήσεις από αυτές που απαντούν. Λέξεις όπως «Ζωή» και «Τέχνη» συχνά οδηγούν σε τόσο πολλά ερωτήματα, που δίνουν τη θέση τους σε συμπεράσματα, που γεννούν νέα ερωτήματα, μέχρι του σημείου που το μυαλό αρνείται να συμμετέχει. Έτσι, ίσως να χρειάζονται μερικές λέξεις παραπάνω για να εξηγήσω καλύτερα τι εννοώ όταν λέω πως η τέχνη και η ζωή συνδέονται με ένα πολύ πιο βαθύ τρόπο από αυτόν που παρατηρώ να συμβαίνει στη σύγχρονη καλλιτεχνική φωτογραφία.
Όμως, πρώτα, δύο προσωπικά παράδειγμα:
Όντας πρωτοετής φοιτητής φωτογραφίας (πριν πολλά χρόνια), είχα συμμετάσχει σε ομαδική έκθεση φωτογραφίας, την οποία επισκέφτηκε ο φωτογράφος της Magnum, David Hurn, ο οποίος στη συνέχεια θα έδινε μια διάλεξη. Εκ των υστέρων αντιλήφτηκα πως την είδε, απλώς από καθήκον, πριν προχωρήσει στο αμφιθέατρο. Αφού ολοκλήρωσε την ομιλία του ήρθε η σειρά των ερωτήσεων, και αναπόφευκτα δέχτηκε και την ερώτηση που μας «έκαιγε» όλους. Πώς του φάνηκε η δουλειά μας;
Η απάντησή του, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν: απίστευτα βαρετή. Τον θυμάμαι να λέει: «Όταν βλέπω δουλειά νέων φωτογράφων περιμένω να ζηλέψω, γιατί οι νέοι έχουν πρόσβαση σε θέματα, μέρη, life styles, και ανθρώπους που δεν είναι προσβάσιμα σε μένα λόγω ηλικίας και του ποιος είμαι. Πού είναι η μοναδικότητά σας ως ανθρώπινα όντα; Έχετε φωτογραφήσει ότι θα μπορούσα να έχω φωτογραφίσει εγώ ή άλλος φωτογράφος. Έχετε κάνει αυτό που έχει ήδη γίνει από άλλους, οι οποίοι μάλιστα το έχουν κάνει πολύ καλύτερα.»
Τις πικρές αλήθειες είναι δύσκολο να τις «καταπιεί» κανείς, αλλά είχε πέρα για πέρα δίκιο.
Εξ όσων γνωρίζω, από τόσους τελειόφοιτους φωτογραφίας, κανείς δεν έχει παρουσιάσει ένα portfolio με θέμα τη φοιτητική ζωή ή τι σημαίνει να είσαι φοιτητής φωτογραφίας.
Οι μαθητές διδάσκονται, πολλές φορές εμμέσως και υπαινικτικά, πως η φωτογραφίες τους πρέπει να έχουν αναφορές στις τρέχουσες στιλιστικές τάσεις, να ασχολούνται με κρίσιμα ζητήματα του μέσου, με δυο λόγια να έχουν να κάνουν με τη φωτογραφία την ίδια. Γιατί αυτό υποτίθεται πως κάνουν οι λεγόμενοι σημαντικοί καλλιτέχνες. Τα προσωπικά βιώματα, η ζωή η ίδια; Αδιάφορο!
Σχεδόν από ένα χρόνο μετά το πιο πάνω περιστατικό, «χήρεψε» μια διδακτική θέση στο πανεπιστήμιο που σπούδαζα. Τα παρακάτω μου μεταφέρθηκαν, εν είδει σχολίων, από αγαπημένο καθηγητή και μέντορά μου την περίοδο εκείνη. Σαράντα άτομα υπέβαλαν αιτήσεις και portfolios για την συγκεκριμένη θέση. Δεκαπέντε από αυτά αποτελούνταν από εικόνες θάμνων τη νύχτα, φωτισμένες με flash, και έγχρωμες! (Οι καλλιτεχνικές μόδες, στις μέρες μας, είναι τόσο βραχύβιες, ώστε το γεγονός αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να προσδιοριστεί το ακριβές έτος!) Ποιά μαγεία έκανε ξαφνικά τους θάμνους τόσο σχετικούς με τις ζωές τόσων πολλών φωτογράφων ταυτόχρονα; Προς τι αυτή η διακαής επιθυμία να φωτογραφίσει κανείς θάμνους μ’ αυτόν τον τρόπο, και πώς, ξαφνικά έσβησε;
Είμαι βέβαιος ότι όλοι σας μπορείτε να σκεφτείτε κάποια παρόμοια βραχύβια τάση: την παρόρμηση να καταγράψει τις γωνίες ενός αλλόκοτου δωματίου, γκαράζ, βενζινάδικα, παρκινγκ και λόμπι του ξενοδοχείου, για παράδειγμα. Όλα, ως επί το πλείστον, έγχρωμα παραλληλόγραμμα με κάτι στη μέση. Όλες φωτογραφίες σχετικές με την προσωπική ζωή του φωτογράφου; Δεν το πιστεύω.
Κι αν, στα παραπάνω, αναγνωρίσατε κάτι που θυμίζει gallery photography, έχετε δίκιο. Δεν θα ήθελα όμως να δημιουργηθεί η εντύπωση πως το πρόβλημα εντοπίζεται μόνο εκεί ή μόνο στη χρήση του χρώματος.
Στην άλλη άκρη του φάσματος υπάρχει η μόδα του «είδους» της φωτογραφίας. Στις μέρες μας, είναι της μόδας η λεγόμενη «φωτογραφία δρόμου», η οποία έχει φτάσει να είναι η μαύρη τρύπα της φωτογραφίας. Ό,τι δεν μπορούμε να εντάξουμε σε μια φωτογραφική κατηγορία, το ονομάζουμε «φωτογραφία δρόμου» και λήγει το ζήτημα. Δημιουργείται, έτσι, ένα είδος ομπρέλας που καλύπτει το έργο πολλών και ανόμοιων φωτογράφων, ενώ ταυτόχρονα παροτρύνει τον αδαή να ασχοληθεί με αυτό το «είδος» φωτογραφίας. Και, στις περισσότερες περιπτώσεις, η δουλειά που προκύπτει είναι εντυπωσιακά ενσταντανέ, οπτικά πυροτεχνήματα, και θαυμασμός για τις ικανότητες του φωτογράφου στη χρήση του Lightroom.
Στην καλλιτεχνική φωτογραφία τα προσωπικά βιώματα φαίνεται να έχουν καταστεί άνευ σημασίας. Η εμφάνιση της εικόνας είναι το παν. Θέματα σχετικά με το φωτογραφικό μέσο διογκώνονται τυχαία και αυθαίρετα. Όσοι παρασύρονται από στις πρώτες ριπές του ανέμου χαίρουν της γενικότερης προσοχής, και να γίνονται "γνωστός για …". Όμως, δυστυχώς, για τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Μέχρι ο άνεμος να φυσήξει και πάλι και να φέρει ένα νέο όνομα. Και ποιος παρασύρεται με το πρώτο φύσημα του αέρα και χαίρει έτσι προσοχής; Εκείνοι των οποίων η εργασία δεν είναι σταθερά ριζωμένη στην εμπειρία της ζωής. Ως εκ τούτου, ίσως να προκύπτει και μια εξήγηση, γιατί αυτοί που ελάχιστα αξίζουν την προσοχή μας είναι συχνά οι πρώτοι που την λαμβάνουν.
Μήπως προτείνω να επικεντρωθούν οι φωτογράφοι στην οικειότητα των άμεσων σχέσεων τους, να στέψουν τον φακό τους στις πιο μύχιες πτυχές της προσωπικής τους ζωής; Προς θεού, όχι!
Τουλάχιστον οι στείρες εικόνες των φορμαλιστών μπορούν να ειδωθούν με την ίδια βαρετή αδιαφορία που αξίζει στη δουλειά τους. Τις φωτογραφίες εκείνων που ενεργούν σαν να είναι οι μόνοι που βιώσαν συναισθηματικό άγχος, βία, και προβληματικές σχέσεις είναι τόσο δύσκολο να τις αγνοήσουμε, καθώς μοιάζουν με κακομαθημένα παιδιά, που φωνάζουν για προσοχή την ώρα που οι ενήλικες προσπαθούν να επικοινωνήσουν. Φωτογραφίες συζύγων, φίλων, ή ζευγαριών σε ιδιωτικές στιγμές, φιλενάδες με μαυρισμένα μάτια, το προσωπικό δράμα μεγαλοποιημένο, σε ασπρόμαυρο με υψηλό κοντράστ ή αρκετά κορεσμένο έγχρωμο.
Αυτό δεν δηλώνει το ενδιαφέρον του φωτογράφου, δεν δηλώνει «νοιάζομαι». Είναι απόλυτη επιθετικότητα, χωρίς αμφιβολία. Είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ψυχρή χρησιμοποίηση του θέματος με στόχο τον εντυπωσιασμό του θεατή.
Εκτός από την έλλειψη τρόπων, ευγένειας και απλής ανθρωπιάς (όλα βασικά χαρακτηριστικά, κατά τη γνώμη μου), αυτοί οι φωτογράφοι μοιάζει να έχουν μια αβυσσαλέα άγνοια της ζωής: κανείς δεν νοιάζεται για την αθλιότητα της μικροαστικής ζωής τους.
Έχοντας αναφερθεί και στα δύο άκρα του φάσματος, οφείλω να δηλώσω αυτό που νομίζω ότι σημαίνει ιδανική σχέση ανάμεσα στη ζωή και το έργο, το έργο και τη ζωή. Μια φωτογραφία είναι το τελικό προϊόν κάποιου, ο οποίος νοιάζεται για κάτι «εκεί έξω». Οι καλύτερες φωτογραφίες αποπνέουν αυτή την στάση, κατά τρόπο που δεν είναι προσδιορίσιμος, δεν παύει όμως να είναι πολύ εμφανής. Είναι πολλά τα παραδείγματα φωτογράφων που δεν τους ενδιέφερε (ή δεν τους ενδιαφέρει) και τόσο η προώθηση του ονόματος ή του καλλιτεχνικού τους έργου, αλλά κυρίως αυτό που συνέβαινε στον κόσμο κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ασχολούνται με αυτό που τους ενδιαφέρει κι όχι με τη φωτογραφία τους. Αντιλαμβάνονται πως η φωτογραφία είναι απλώς ένα μέσο, κι αυτό φαίνεται. Και δεν αναφέρομαι στους φωτορεπόρτερ ή τους φωτογράφους ντοκουμέντου. Το ενδιαφέρον για το θέμα δεν είναι προνόμιο ειδικοτήτων, ούτε σημαίνει πως το ίδιο το θέμα θα πρέπει να είναι συναισθηματικά (ή άλλως) φορτισμένο.
Ονομαστικά παραδείγματα θα ήταν περιττά, διότι όλοι οι καλοί φωτογράφοι έχουν μια βαθιά δέσμευση, ενδιαφέρον και συμμετοχή με τα θέματά τους, και μέσα από τη φωτογραφία τους μεταδίδουν αυτή την κατανόηση κι αυτό το πάθος στους άλλους. Αν τίποτα δεν τον ενδιαφέρει, ίσως σε βαθμό που να τον απορροφά, τότε ένας καλός φωτογράφος δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι σαν να προσπαθεί κανείς να μάθει καταδύσεις στη μέση της Σαχάρα. Αν ο φωτογράφος διακατέχεται από ένα προσωπικό πάθος για κάτι, οτιδήποτε, τότε και οι φωτογραφίες του θα είναι, σε μεγάλο βαθμό, αποκαλυπτικές σχετικά με τον ίδιο όσο και για το θέμα. Η στάση του απέναντι στη ζωή θα είναι προφανής. Και αντιστρόφως.
Εν πρώτοις, το γεγονός αυτό εξηγείται απλώς και μόνο επειδή η επιλογή ενός θέματος από τον φωτογράφο μπορεί να αποκαλύπτει την προσωπικότητα και τα ενδιαφέροντά του. Όμως, πέρα από το προφανές πρώτο επίπεδο, θα μπορούσε να εξηγηθεί περισσότερο. Όσο πιο πολύ ενδιαφέρεται ο φωτογράφος να δώσει έμφαση στην θέμα του, παραδόξως και ταυτόχρονα, αποκαλύπτει και μια προσωπική του στάση απέναντι στη ίδια τη ζωή. Αυτό δεν φαίνεται ποτέ σε μια και μόνο φωτογραφία. Ωστόσο, ένα σώμα δουλειάς αρχίζει να αντανακλά στο θεατή, όχι μόνο τη σχέση του δημιουργού με το θέμα του, αλλά και μια μοναδική στάση ζωής. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το βάλει στη φωτογραφία του από πρόθεση. Το προσωπικό ύφος δεν είναι φίλτρο, που αν τοποθετηθεί πάνω στο φακό, θα επιδράσει στη φωτογραφία.
Το προσωπικό ύφος αναδύεται στη φωτογραφία αγνοώντας το, επικεντρώνοντας στο θέμα, και επιτρέποντας στο ενδιαφέρον, το πάθος και τη γνώση να έρθουν στην επιφάνεια μέσα από πολύ δουλειά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι καλύτερες φωτογραφίες είναι πραγματικά αντιπροσωπευτικές των φωτογράφων που τις έκαναν. Οι εικόνες γίνονται προεκτάσεις του ατόμου, και είναι προφανές ότι έχει προκύψει ένα προσωπικό ύφος, το οποίο δεν επιτρέπει να συγχέεται το έργο του με τα έργα οποιουδήποτε άλλου φωτογράφου. Αυτό δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Είναι εμφανές στο ύφος των συγγραφέων, των ποιητών και των μουσικών. Το ύφος στη φωτογραφία λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, παρότι το μέσο είναι πιο στενά συνδεδεμένο με την πραγματικότητα.
Δεν υπάρχει κανένα παράδοξο στη στενή σχέση μεταξύ στάσης ζωής και ύφους. Διότι με τον ίδιο τρόπο που το θέμα αναδεικνύει τομείς ενδιαφέροντος, έτσι και το ύφος ενός φωτογράφου αναδεικνύει τη στάση ζωής του. Ως εκ τούτου, δεν είναι παράδοξο ένας φωτογράφος να δίνει έμφαση στο θέμα, το οποίο, όμως, λόγω της αφοσίωσης και της κατανόησης αποκαλύπτει και μια προσωπική στάση ζωής. Όλες οι σπουδαίες φωτογραφίες συμβαίνουν με αυτή τη διασύνδεση μεταξύ πραγματικότητας και υποκειμενικής ανταπόκρισης.
Είναι προσωπικές και αντικειμενικές ταυτόχρονα.

 

 

 

© Panayotis Kasimis
All rights reserved

Portfolios

 

kasimis night kasimis beton blues kasimis home kasimis portraits kasimis music
kasimis animals kasimis garden kasimis-garden kasimis america

Κείμενα

 

Μικρό βιογραφικό ...

 

Ο Παναγιώτης Κασίμης σπούδασε φωτογραφία στο Royal College of Arts του Λονδίνου. Έχει υπάρξει μαθητής του Chris Killip και της Mary Ellen Mark.
Φωτογραφίζει τα τελευταία 30 χρόνια, και διδάσκει φωτογραφία από το 1999.
Είναι διαπιστευμένος δάσκαλος φωτογραφίας και οπτικών τεχνών από τον διεθνή οργανισμό ElSevier ("Teaching Photography and Visual Arts", 2009).
Έχει εκθέσει φωτογραφίες του στην Αθήνα, στη Ρώμη (Centro Luigi Di Sarro, 2014), στην Κωνσταντινούπολη (2014), στο Juneau της Αλάσκα (2005), στo Eindhoven της Ολλανδίας (1999), και στο Λονδίνο.
Έχει διοργανώσει και διδάξει σεμινάρια και workshops φωτογραφίας για παιδιά (Kids & Family, Τεχνόπολις - 2009) και ενηλίκους (Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα - 2014, Ιστορικό Αρχείο Εθνικής Τράπεζας -2013, PhotOrion Ρόδος-2012, Deutsche Telekom, Πύλος -2011). Έχει διδάξει φωτογραφία στο Α' Πειραματικό Λύκειο Αθήνας, στην ομάδα «Διάθλαση» του Δήμου Δάφνης και στην «Ιόνιο Σχολή».
Το 2004 δέχθηκε επιχορήγηση (fellowship) από το University of Houston σε συνεργασία με το Houston Center of Photography. Το βιβλίο, αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς του στη Λατινική Αμερική, εκδόθηκε το 2009 από τον εκδοτικό οίκο Ambious της Washington, με τίτλο "Days Away".
Το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο "Αστικά Ημερολόγια" εκδόθηκε στην Αθήνα το 2013, με πρόλογο του γνωστού αμερικανού φωτογράφου, Larry Fink.
Το 2001, μαζί με οκτώ φίλους και μαθητές, ίδρυσε τον Φωτογραφικό Σύλλογο «Εννέα».
Το 2013 ίδρυσε το Κέντρο Δημιουργικής Φωτογραφίας, όπου διδάσκει ως σήμερα.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

( ... πλήρες βιογραφικό σε pdf ... >>> )

Παναγιώτης Κασίμης

Τηλέφωνο:
Skype:
Email:

+30 694 487 5505
Panos Kasimis
panos@kasimisphotography.com

 

 

Επικοινωνία ...

Ερωτήσεις ή/και σχόλια; Στείλτε μου ένα email χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα
και θα επικοινωνήσω μαζί σας το συντομότερο δυνατόν.

 

Ούπςς!... Κάτι πήγε στραβά!
Το email σας δεν εστάλει.

Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας στην δουλειά μου!
Έλαβα το email σας και θα σας απαντήσω το συντομότερο δυνατόν.